Η γενική αναισθησία είναι απαραίτητη στις περισσότερες χειρουργικές επεμβάσεις. Πώς όμως «λειτουργεί» ακριβώς το σύστημα; Και γιατί ενώ δεν έχουμε αισθήσεις, δεν αισθανόμαστε πόνο και δεν κουνιόμαστε, συνεχίζουμε να ζούμε;

Υπάρχει έλλειψη αναισθησιολόγων στην Ελλάδα και γενικότερα στον κόσμο, για λόγους που έχουν αναπτυχθεί ενδελεχώς. Το βέβαιο είναι πως καμία μεγάλη χειρουργική επέμβαση δεν μπορεί να γίνει χωρίς να χορηγηθεί αναισθησία, που προκαλεί απώλεια των αισθήσεων και εμποδίζει την κίνηση, ώστε να μην συσπάται τίποτα στο σώμα μας όσο οι χειρουργοί κάνουν τη δουλειά τους.

Πώς δρα, λοιπόν, ένα από τα πιο γνωστά, αλλά λιγότερο κατανοητά φάρμακα της σύγχρονης ιατρικής;

Τα πρώτα αναισθητικά

Οι αρχαίοι πολιτισμοί χρησιμοποιούσαν τοπικά αναισθητικά, όπως ήταν το όπιο της παπαρούνας και το αλκοόλ. Μετά ανακαλύφθηκε ο αιθέρας. Πρωτοχρησιμοποιήθηκε ως ψυχαγωγικό φάρμακο. Μετά οι γιατροί διαπίστωσαν πως μουδιάζει τον πόνο.

Η κοκαΐνη προστέθηκε στη λίστα για τις «μουδιαστικές» ιδιότητες, όταν επιστήμονας τις έζησε κατά λάθος σε επαφή της ουσίας με τη γλώσσα του.

Θα παρατήρησες πως αρχικά χρησιμοποιούνταν επικίνδυνες ουσίες. Έτσι, προέκυψε η ανάγκη να βρεθεί κάτι δεν θα ήταν επικίνδυνο και θα επέφερε αναισθησία με επιτυχία.

Κατ’ αρχάς, έπρεπε να τεθεί ένας στόχος: Να οριστεί ποιο σύστημα του οργανισμού θα «επηρεαζόταν».

αναισθησία

Πώς λειτουργεί η αναισθησία

Όπως αναφέρει το SciTech Daily, το σώμα σας μεταδίδει σήματα πόνου μέσω του νευρικού συστήματος. Χωρίς τα νεύρα που μεταφέρουν ηλεκτρικά σήματα στο σώμα, δεν θα είχαμε άποψη επί του πόνου.

Ο εγκέφαλός μας αποτελείται από ένα δίκτυο κυττάρων που ονομάζονται νευρώνες. Αυτοί οι νευρώνες χωρίζονται μεταξύ τους με μικρά κενά, που ονομάζονται συνάψεις. Η αναισθησία λειτουργεί εισχωρώντας σε νευρώνες και συνάψεις και εμποδίζοντας τα χημικά σήματα από το να πάρουν τη σωστή διαδρομή. Έτσι, παρεμποδίζει την ικανότητα του σώματος να μεταδίδει σήματα πόνου – μεταξύ άλλων.

Ορισμένα αναισθητικά συνδέονται με πρωτεΐνες στις κυτταρικές μεμβράνες των νευρώνων, γεγονός που επιτρέπει την είσοδο πολλών αρνητικά φορτισμένων σωματιδίων.

Ένα τεράστιο μέρος της επιτυχημένης μετάδοσης είναι η διατήρηση της σωστής ισορροπίας θετικών και αρνητικών χημικών ουσιών, που ονομάζονται ιόντα. Αφήνοντας μεγάλη ποσότητα από τον ένα ή τον άλλο τύπο ιόντος, το αναισθητικό εμποδίζει τους νευρώνες από το να επικοινωνήσουν επιτυχώς μεταξύ τους, αποτρέποντας έτσι την «καταγραφή» του πόνου.

Οι τύποι της αναισθησίας

Υπάρχουν τρεις βασικοί τύποι αναισθησίας:

  1. τοπική,
  2. εισπνεόμενη,
  3. ενδοφλέβια.

Η τοπική μπλοκάρει τα σήματα από το νευρικό σύστημα προς ένα μόνο μέρος. Οι άλλες μας βοηθούν να μη νιώθουμε το παραμικρό σε μια συγκεκριμένη περιοχή και να μην μπορούμε να κινηθούμε.

Η εισπνεόμενη και η ενδοφλέβια αναισθησία στοχεύουν σε ολόκληρο το σώμα. Εμποδίζουν τον εγκέφαλο να επεξεργαστεί τον πόνο σε οποιοδήποτε μέρος.

εισπνεόμενη αναισθησία

Στην ενδοφλέβια, η σχετική ουσία εγχέεται στην κυκλοφορία του αίματος, με τους αναισθησιολόγους να συνδυάζουν πολλαπλούς τύπους αναισθησίας, ώστε να γίνει ό,τι χρειάζεται κατά περίπτωση. Πρέπει να προσαρμόσουν το μείγμα των φαρμάκων, ώστε να χάσουμε τις αισθήσεις μας, να μην κουνιόμαστε και να μην αισθανόμαστε πόνο.

Και όλα αυτά πρέπει να συμβούν χωρίς να προκληθούν άλλα προβλήματα, π.χ. χωρίς να πέσουν πολύ οι παλμοί της καρδιάς και να μην μειωθεί η εγκεφαλική λειτουργία τόσο, ώστε να μην μπορεί να επεξεργαστεί πιο βασικά σήματα.

Πώς ο εγκέφαλος κάνει τα βασικά, μετά τη χορήγηση αναισθησίας

Μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2020 αποκωδικοποίησε τον τρόπο που λειτουργεί η γενική αναισθησία. Επιστήμονες του Institute of Science and Technology Graduate University της Οκινάουα μελέτησαν τα αποτελέσματα μιας ουσίας που ονομάζεται ισοφλουράνιο.

Τα ευρήματα βοήθησαν τους ερευνητές να καταλάβουν πώς η αναισθησία επιτρέπει στους γιατρούς να προκαλούν μια ακίνητη, ασυνείδητη κατάσταση –απαλλαγμένη από πόνο–, χωρίς να σταματήσουν πιο βασικές σωματικές λειτουργίες.

Ανακάλυψαν ότι το φάρμακο εμποδίζει τα εγκεφαλικά σήματα με δύο τρόπους:

  1. Διακόπτει τη ροή των ιόντων στα κύτταρα, που είναι κρίσιμη για τη μετάδοση των εγκεφαλικών σημάτων. Όταν αρκετά ιόντα συσσωρεύονται σε έναν νευρώνα, απελευθερώνει σε μια σύναψη μια «παρτίδα» χημικών ουσιών που ονομάζονται νευροδιαβιβαστές. Οι γειτονικοί νευρώνες ανιχνεύουν αυτές τις χημικές ουσίες και απελευθερώνουν τις δικές τους στις επόμενες συνάψεις. Αυτή η αλυσιδωτή αντίδραση είναι ο τρόπος με τον οποίο οι πληροφορίες ταξιδεύουν σε όλο τον εγκέφαλο. Με την παρεμπόδιση της ροής των ιόντων, δεν συσσωρεύονται αρκετά από αυτά για να προκαλέσουν απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών.
  2. Το ισοφλουράνιο εμποδίζει τη μετάδοση του σήματος, ταξιδεύοντας στην ίδια τη σύναψη. Στην προκειμένη περίπτωση, η χημική ουσία συνδέεται με περιοχές όπου το «πακέτο» των νευροδιαβιβαστών απελευθερώνεται κανονικά. Φέρτε στο μυαλό σας πυροσβεστικό λάστιχο κινουμένων σχεδίων που διογκώνεται, κωμικά, κοντά στο στόμιο ακριβώς πριν εκτοξεύσει μια πλημμύρα νερού. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τα μέρη των νευρώνων που πρόκειται να απελευθερώσουν νευροδιαβιβαστές. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι, καθώς αυξάνεται το εμβαδόν της επιφάνειας, το ισοφλουράνιο μπορεί να προσκολληθεί σε όλο και περισσότερες περιοχές και έτσι να αποτρέψει την απελευθέρωση του «λάστιχου πυρκαγιάς».

Αυτοί οι δύο μηχανισμοί μαζί επαρκούν για να προκληθεί αναισθησία χωρίς αρνητικές συνέπειες.

Κοντολογίς, μετά τη χορήγηση αναισθητικού δεν σταματούν σωματικές λειτουργίες για τις οποίες δεν απαιτείται πολλή εγκεφαλική δύναμη για να γίνουν, π.χ. ο χτύπος της καρδιάς και το φούσκωμα των πνευμόνων.

Γίνεται κατανοητό ότι χωρίς αυτήν την ισορροπία –μεταξύ δραστηριότητας και αδράνειας– η αναισθησία θα ήταν άχρηστη.

Πηγή: ow.gr

Από admin